Εξάρτηση και αποχωρισμός στη σχέση μητέρας και παιδιού

Η βρεφική ηλικία εκτείνεται, από τη γέννηση, ως την εποχή που κάνει την εμφάνιση της η ομιλία. Όμως, στο μικρό αυτό διάστημα σημειώνεται μια αξιόλογη πνευματική ανάπτυξη.

Προσκόλληση
Προσκόλληση είναι ο συναισθηματικός δεσμός, ανάμεσα στο παιδί και στα βασικά πρόσωπα γύρω του (κυρίως στη μητέρα). Το παιδί, δέχεται με μεγάλη ευχαρίστηση την προσοχή και την φροντίδα των προσώπων αυτών. Όχι μονό δεν τα φοβάται, αλλά παρουσιάζει τον φόβο του αποχωρισμού, όταν αυτά απομακρύνονται.  Επικαλείται και προσεγγίζει τα πρόσωπα αυτά όταν βρεθεί αντιμέτωπο με κάποια δυσκολία.
Η σχέση αυτή του παιδιού, με τα πρόσωπα του περιβάλλοντος του, διατηρείται στο πέρασμα του χρόνου καθότι, το άτομο δείχνει τα θετικά του συναισθήματα, προς τα πρόσωπα αυτά σε σταθερή βάση.

Η προσκόλληση, θεωρείται απαραίτητο, και έμφυτο χαρακτηριστικό, στην ανάπτυξη του ατόμου, είναι η πρώτη διαπροσωπική σχέση που διαμορφώνει το άτομο, γι’ αυτό οι επιπτώσεις της στην περαιτέρω συναισθηματική και κοινωνική  ανάπτυξη είναι σημαντικές.
Στις παρακάτω γραμμές θα προσπαθήσω να προσεγγίσω το θέμα με τον καλύτερο δυνατό τρόπο έτσι ώστε η αναφορά να είναι κατανοητή και με λεπτομέρειες.

Τα περισσότερα βρέφη, από τον 4ο μήνα αντιδρούν, όπως είναι φυσιολογικό, με διαφορετικό τρόπο στη μητέρα τους από ότι στους άλλους ανθρώπους. Η διαδικασία αυτή, έχει την αφετηρία της στην πρόθεση της μητέρας να ικανοποιήσει κάθε επιθυμία του βρέφους και κυρίως αυτή της πείνας. Η συναισθηματική ανακούφιση του βρέφους, επιφέρει την ανάγκη για την μητέρα του -στην εξάρτηση- που σιγά-σιγά γίνεται πιο επιτακτική, από ότι είναι οι απλές βιολογικές του ανάγκες.  Στην ηλικία αυτή, η σχέση του παιδιού με την μητέρα είναι το πρώτο και το σπουδαιότερο γεγονός της ζωής του. Η μητέρα είναι για το βρέφος το συμπάν ολόκληρο.

Τα τρία στάδια της προσκόλλησης

Η ανάπτυξη του φαινόμενου της προσκόλλησης χωρίζεται σε τρία στάδια:

Αδιαφοροποίητη προσκόλληση. Το είδος αυτό αρχίζει, από την 8η εβδομάδα και διαρκεί ως τον 5ο ή 6ο μήνα. Κατά την διάρκεια της, το βρέφος δείχνει να προσκολλάται σε πρόσωπα, όχι όμως σε κάποιο συγκεκριμένο.

Μονοπροσωπική προσκόλληση. Το βρέφος δείχνει σαφή διαφορική προσκόλληση προς ένα πρόσωπο. Το πρόσωπο αυτό είναι συνήθως η μητέρα – τροφός. Το βρέφος αρχίζει να εκδηλώνει έντονες αντιδράσεις προσκόλλησης προς το συγκεκριμένο αυτό πρόσωπο μεταξύ 5ου και 7ου μήνα, οι οποίες γίνονται εντονότερες τους επόμενους 3-4 μήνες. Στην φάση αυτή εμφανίζεται σαφώς το άγχος για τα ξένα πρόσωπα.

Πολυπροσωπική προσκόλληση. Σ’ αυτό το στάδιο το βρέφος, έχει αρχίσει να μεγαλώνει και να διευρύνει τις προσκολλήσεις του. Πρώτα σε ένα ακόμη πρόσωπο και αργότερα σε περισσότερα π.χ. προς τον πατέρα ή τη γιαγιά και τον παππού, πρόσωπα δηλαδή του άμεσου περιβάλλοντος, που διατηρούν μαζί του στενή επαφή και αλληλεπίδραση.
Η περίοδος αυτή, που τα παιδία σχηματίζουν τις πρώτες πολλαπλές προσκολλήσεις, είναι πάρα πολύ ευαίσθητη, και αν τυχόν γίνουν παρεμβάσεις για την διάσπαση τους ή την καθυστέρηση τους, μπορεί να υπάρξει σοβαρό αντίκτυπο στην μετέπειτα ζωή του βρέφους.
Ένα ακόμα καίριο σημείο όσον αφορά το παιδί είναι όχι τόσο ο χρόνος, που μένει ο γονέας με το παιδί αλλά η ποιότητα των ερεθισμάτων που του παρέχει. Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να υπάρχει ένα τουλάχιστον πρόσωπο που να του παρέχει σταθερή φροντίδα, καθώς και πλούσια και ποικίλα διαπροσωπικά ερεθίσματα, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι το πρόσωπο αυτό θα βρίσκεται σε συνεχή επιφυλακή.

Άγχος για τα ξένα πρόσωπα

ατά την διάρκεια του 7ου μήνα, ενώ το βρέφος βρίσκεται στο στάδιο της μονοπροσωπικής προσκολλήσεως, όπου το βρέφος δείχνει σαφή διαφορική προσκόλληση προς ένα πρόσωπο, εμφανίζει το άγχος για τα άγνωστα πρόσωπα, όταν δηλαδή το πλησιάζει ένα άγνωστο πρόσωπο, αρχίζει να γίνεται ανήσυχο, και να κλαίει, ειδικά όταν η μητέρα δεν είναι κοντά του. Σε αντίθεση με πριν που χαιρόταν με την παρουσία του καθένα που μιλούσε μαζί του και το έπαιζε.   
Το άγχος αυτό, κορυφώνεται στο τέλος του 1ου έτους. Δεν προέρχεται, από τραυματικές εμπειρίες από τα ξένα πρόσωπα, αλλά οφείλεται στην ωρίμανση του νευρικού συστήματος. Από την στενή αναστροφή και αλληλεπίδραση με τη μητέρα σχηματίζει μια σαφή εικόνα, ένα γνωστικό σχήμα του προσώπου της μητέρας. Έτσι, κάθε πρόσωπο που διαφέρει από αυτό της μητέρας, ακόμα και αν είναι η ίδια η μητέρα φορώντας μαύρα γυαλιά, προκαλεί φοβικές αντιδράσεις στο βρέφος. Το άγχος αυτό, δεν έχει την ίδια ένταση σ’ όλα τα νήπια, αλλά ποικίλει ανάλογα με το πόσο στενή είναι η σχέση μητέρας-παιδιού, π.χ. στα παιδιά των βρεφοκομείων είναι ανύπαρκτο ή σχετίζεται με τη σειρά γέννησης  και με την έκταση των κοινωνικών επαφών.
Η εμφάνιση του άγχους, για τα άγνωστα πρόσωπα, είναι μια ένδειξη, ότι το βρέφος στις γνωστικές ικανότητες αναπτύσσεται κανονικά, για τον λόγο αυτό οι γονείς δεν θα πρέπει να ανησυχούν με τις απότομες και ανήσυχες συμπεριφορές του παιδιού.

Άγχος του αποχωρισμού (separation anxiety)
Δημιουργείται κατά τη διάρκεια του 10ου μήνα. Το βρέφος προσπαθεί, με κάθε τρόπο, να βρίσκεται κοντά στη μητέρα του, να διατηρεί οπτική  επαφή μαζί της αλλά και να ελέγχει κατά πόσο είναι στη διάθεσή του όταν τη χρειάζεται. Το άγχος κορυφώνεται μεταξύ του 13ου και 18ου μήνα και ύστερα υποχωρεί σταδιακά. H αναζήτηση βοήθειας χωρίς να υπάρχει σοβαρός λόγος, αλλά και η αναζήτηση της συνεχής σωματικής επαφής, είναι μερικά από τα σημάδια της συμπεριφοράς του εξαρτημένου παιδιού.

Μια ακόμη  ένδειξη εξάρτησης είναι η αναζήτηση σωματικής εγγύτητας, η ανάγκη δηλαδή του παιδιού να βρίσκεται κοντά σε έναν μεγάλο. Ακόμη, μια τρίτη συμπεριφορά του εξαρτημένου παιδιού είναι αυτή που αποβλέπει στην εξασφάλιση της προσοχής των άλλων και πιο συγκεκριμένα αυτού στον οποίο έχει προσκολληθεί. Οι παραπάνω μορφές συμπεριφοράς είναι απόλυτα φυσιολογικές για ένα παιδί ως το 3ο έτος της ηλικίας του.

Η υπερνίκηση του άγχους του αποχωρισμού είναι ένα ορόσημο στην πορεία του ατόμου προς την συναισθηματική ωριμότητα. Για το θέμα αυτό ο κορυφαίος ψυχοδυναμικός στοχαστής Eric Erikson (1978) τονίζει:  «Το πρώτο κοινωνικό επίτευγμα του παιδιού, είναι η επιθυμία του να αφήσει τη μητέρα του έξω από το οπτικό του πεδίο, χωρίς να νιώθει ιδιαίτερη ανησυχία ή οργή, διότι η μητέρα έχει γίνει για το παιδί τόσο μια εσωτερική βεβαιότητα όσο και μια εξωτερική προβλεψιμότητα».

Ο αποχωρισμός του παιδιού από τους γονείς του

Μετά από μελέτες συμπεριφοράς, αποκαλύφθηκε ότι οι αντιδράσεις του παιδιού στον αποχωρισμό ακολουθούν μια προβλέψιμη πορεία.
Στο πρώτο στάδιο, το παιδί αντιδρά με κλάματα και θυμό. Απαιτεί την επιστροφή της μητέρας του και φαίνεται να ελπίζει πως θα πετύχει να την φέρει πίσω. Αυτό το στάδιο αποτελεί την φάση  της «διαμαρτυρίας» και συχνά διαρκεί πολλές μέρες.
Σιγά – σιγά όμως το παιδί, γίνεται ολοένα και πιο ήρεμο. Ενώ είναι φανερό ότι η απουσία της μητέρας το απασχολεί έντονα και εξακολουθεί να λαχταρά την επιστροφή της, ωστόσο οι ελπίδες του σε ένα μεγάλο βαθμό, εξασθενούν. Αυτό το στάδιο είναι η φάση της «απελπισίας». Συχνά οι φάσεις αυτές, η διαμαρτυρία και η απελπισία, εναλλάσσονται: η ελπίδα γίνεται απελπισία και η απελπισία γίνεται ανανεωμένη ελπίδα.

Τελικά, συμβαίνει μια μεγαλύτερη αλλαγή, στη στάση του παιδιού απέναντι στην απουσία της μητέρας. Το παιδί μοιάζει σα να ξέχασε την μητέρα του,  όταν την ξαναβλέπει παραμένει ανεξήγητα αδιάφορο απέναντί της και μπορεί «να κάνει» ότι δεν την αναγνωρίζει. Αυτό λέγεται στάδιο της «αποκόλλησης”».

Ο Bowlby υποστηρίζει ότι αν ο αποχωρισμός διαρκέσει για μεγάλο χρονικό διάστημα και συμπέσει με την περίοδο που το βρέφος αρχίζει να αλληλεπιδρά με τα πρόσωπα, υπάρχει κίνδυνος το παιδί να μείνει στην φάση της αποκόλλησης μόνιμα.

Ο γονέας που «νοιάζεται» για το παιδί του και που το βοηθάει με ευγενικό και ήρεμο τρόπο, έχει περισσότερες πιθανότητες να το δει να μεγαλώνει,  ανεξαρτητοποιημένο, αποκτώντας αυτάρκεια. Θα πρέπει να μη το καταπιέζει, ούτε να του παρέχει τα πάντα έτοιμα, διότι παρεμβαίνοντας, συχνά εμποδίζει την ανάπτυξη των ικανοτήτων του παιδιού, και σε μεγάλο βαθμό της αυτάρκειάς του.

Πως επιτυγχάνεται η ανεξαρτησία του παιδιού

Το παιδί γίνεται ανεξάρτητο, μόνο όταν μάθει, ότι μπορεί να βασίζεται στην αποδοχή, στην επιδοκιμασία, και στην υποστήριξη των γονέων του. Κατά τα πρώτα χρόνια της ζωής του βρέφους, μια ισχυρή προσκόλληση στην μητέρα φαίνεται ότι του παρέχει μια βάση για να κατανοήσει την μετέπειτα ζωή του σαν ξεχωριστή οντότητα. Έτσι, τα παιδιά που έχουν την τάση για προσκόλληση προς τη μητέρα στην ηλικία των 12 έως 18 μηνών, όταν μεγαλώσουν θα γίνουν παιδιά που θα μπορούν να αποχωριστούν τους γονείς τους χωρίς αναστάτωση, για μικρά χρονικά διαστήματα.

Σήμερα υπάρχει η τάση, να υποτιμάται ο ρόλος της μητέρας, εφόσον οι περισσότερες μητέρες  εργάζονται έξω από το σπίτι για διάφορους λόγους. Τα ερεθίσματα που παίρνει το παιδί, από το γύρω περιβάλλον του συμβάλλουν στην αναγνώριση και την επιβεβαίωση του εαυτού του. Έτσι η υποστήριξη του παιδιού, δε συνδέεται με την ικανοποίησή των πρωταρχικών αναγκών, δηλαδή δεν ενδιαφέρεται μόνο για την ευχαρίστηση και την αναζήτηση, που συνδέονται κυρίως με το φαγητό, τη ζεστασιά και την καθαριότητα. Μέσα από τη διαδικασία της συνεχιζόμενης μάθησης, συνδέει αυτά τα συναισθήματα με τη μητέρα του.

Επίσης το βρέφος από την φύση του, ενδιαφέρεται αποκλειστικά για τον εαυτό του. Αρχίζει να ενδιαφέρεται για τα άλλα πρόσωπα, στο τέλος μιας ακαθόριστης περιόδου.Από την άλλη μεριά, δεν μπορούμε να κάνουμε λόγο για την ανθρώπινη προσωπικότητα όταν αγνοούμε τις συνθήκες κάτω από τις οποίες αναπτύσσεται.

Είναι σίγουρο τώρα πια, ότι το βρέφος είναι από την αρχή βιολογικά εξοπλισμένο, για κοινωνική επικοινωνία, και σχέσεις αντικειμένου. Δεν θεωρείται πια, ο παθητικός δέκτης των επιδράσεων του περιβάλλοντος. Συγχρόνως όμως, οι επιπτώσεις των πρώιμων περιβαλλοντικών επιδράσεων, στις οποίες εκτίθεται έχουν τεράστια σημασία.

Η σωστή μορφή αγάπης

Η αγάπη ανάμεσα, στον γονιό και το παιδί, θεωρείται συνήθως σαν η πιο αγνή μορφή αγάπης. Η μητρική αγάπη, αποτελεί την ουσία της συμπάθειας, της κατανόησης και της ανιδιοτελούς αφοσίωσης. Ωστόσο, το παιδί, μπορεί να «πνιγεί» από την υπερβολική αγάπη, να παρεμποδιστεί η ανάπτυξη του και άλλα.

Η αληθινή μητέρα υποτάσσει, τις προσωπικές  της επιθυμίες, στις ανάγκες του παιδιού της. Αλλά μερικοί γονείς, παρακινούμενοι, από μια κυρίαρχη, και «εγωιστική» αγάπη, παραβλέπουν τις πραγματικές ανάγκες του παιδιού τους. Το ενοχλούν στον ύπνο του,  το επιδεικνύουν, χωρίς να το θέλουν μέσα στην αγάπη τους το κακομεταχειρίζονται, άλλα αντίθετα το κακομαθαίνουν κιόλας, διότι μέσα στην αγάπη τους, το καθιστούν είδωλο τους υποκύπτοντας σε όλες τις ιδιοτροπίες του.

Είναι σημαντικό λοιπόν, στην ανάπτυξη της οικογένειας, οι γονείς να παρατηρούν το παιδί τους, αλλά να γίνονται και παρατηρητές του εαυτού τους. Να παρατηρούν πότε έχουν απορίες, πότε χρειάζονται βοήθεια, και να αναζητούν λύσεις στην βοήθεια, και τις γνώσεις του οικογενειακού γιατρού, του παιδιάτρου ή κάποιου παιδοψυχολόγου.

Από την Όλγα Γαβριήλ
διετέλεσε ως Σύμβουλος Ψυχικής Υγείας – Ψυχοθεραπεύτρια στη Γραμμή «115 25 Μαζί για το Παιδί»